Thursday, January 22, 2009

Δέκα μέρες του 2009

Συμπλήρωσα ήδη δέκα μέρες του 2009 στη δουλειά.

Επιστρέφοντας από τις χειμωνιάτικες διακοπές είχα την ελπίδα πως με το 2009 θα το ξεκινούσα λίγο πιο δροσερά, πιο άδεια ίσως αλλά πιο ανάλαφρα. Πως oι κρίσεις μελαγχολίας θα αραίωναν. Σε μόλις δέκα μέρες όμως ξαναγύρισα εκεί που βρισκόμουν στα μέσα του Δεκέμβρη, σαν γκαντεμιασμένος παίκτης επιτραπέζιου παιχνιδιού. Η καθημερινότητά μου βάρυνε. Έγινε πικρή σαν δυνατός καφές, περιορισμένη, μονοδιάστατη και αποπνικτική. Το σπίτι ξαναμύρισε τις ίδιες μυρωδιές όσο κι αν το αέρισε καλά στο ενδιάμεσο η Άννα Μαρία. Πήρε τη μυρωδιά των μισογεμάτων φλιτζανιών και πιάτων που εγκαταλείπω εδώ κι εκεί, για αρκετά εικοσιτετράωρα καμιά φορά, τη μυρωδιά του φρέσκου καφέ που αλέθω δυο τρεις φορές κάθε βράδυ και μια φορά το πρωί, του σαπουνιού μου, του απορρυπαντικού μου. Τα ρούχα θα έλεγες πως τα διαπέρασαν οι μνήμες που τρύπωσαν στην ντουλάπα μου απ΄όπου δεν εννοούν να φύγουν το άρωμα της Σβεά, τα πολλά αρώματα της αδερφής μου και σπάνια (συλλεκτικά να πω;) το άρωμα της Τ. στην οποία είχα δανείσει μια κοντή γκαμπαρντίνα μου, ένα απόγευμα στην Βόννη. Το ψυγείο γέμισε γρήγορα με φαγητά που δεν προλαβαίνω να καταναλώσω, το κομπιούτερ μου με αρχεία που πρέπει επειγόντως να κοιτάξω αλλά το αναβάλω κάθε μέρα. Το γραφείο μου στη δουλειά και στο σπίτι στενάζει από το βάρος μικροδώρων και των συναφών αμπαλάζ και κυρίως από φακέλλους που δεν έχω ακόμα ανοίξει. Ασύλληπτο το πόσα πράγματα ταξιδεύουν ακόμα με το ταχυδρομείο σε αυτή τη χώρα.

Σε δώδεκα μέρες επιστρέφει ο Β. στη Ζυρίχη. Θα τον βοηθήσω και πάλι να εγκατασταθεί στο διαμέρισμά του, πειθήνια σαν ορντινάντσα αξιωματικού του μεσοπολέμου. Σε αντίστροφη κίνηση. Ξεπακετάροντας δηλαδή προσεκτικά, και με συνεχείς παραινέσεις για ακόμα περισσότερη προσοχή, όλα όσα πακετάραμε μαζί το προηγούμενο καλοκαίρι. Πίνακες και καμιά δεκαριά μικρά γλυπτά και αντικείμενα που δεν τα εμπιστεύεται στα χέρια της καθαρίστριάς του. Απαραίτητα κομμάτια του σκηνικού των γευμάτων μας και των συζητήσεών μας και των τακτικών γυναικοθηρικών βραδινών του. Ανυπομονώ να τον ξαναδώ όμως. Με κανένα άλλον δεν μπορώ να συζητώ τόσα πολλά θέματα, από την ποιότητα μιας μάλλινης κάλτσας ή ενός Chaumes μέχρι τον Descartes, τον Montaigne και τον Pascal, την Καθλήν Φερριέ και τον Άλμπαν Μπεργκ. Ο Β. είναι μια αστείρευτη πηγή πρωτότυπων σκέψεων, ευφυολογημάτων και χιούμορ. Είναι πατέρας, δάσκαλος και φίλος μαζί αν κι ο ίδιος θα προτιμούσε να τον αντιλαμβάνομαι αποκλειστικώς ως μέντορα. Από μια άλλη μεριά φοβάμαι. Ο Β. αρέσκεται στο να σκαλίζει το μυαλό των άλλων (και το δικό μου ιδιαιτέρως, ως άμεσα διαθέσιμο), να αποδομεί τα συναισθήματά τους, τους φόβους τους κυρίως. Έχει ένα παθιασμένο ενδιαφέρον για τα πρόσωπα, μια επιμονή για έρευνα και ταξινόμηση ανθρώπινων χαρακτήρων που μονάχα με αυτήν ενός επαγγελματία συγγραφέα θα μπορούσε να συγκριθεί. Κύριος οίδε σε τι περιπέτειες θα μπορούσε να με βάλει φέτος η επιμονή του αυτή, τώρα που η οστεώδης μούσα του 2008 απεβίωσε επισήμως και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στον Limmat. (Οι μισές. Οι άλλες μισές έμειναν στα παγωμένα νερά του Spree). Όλα αυτά θα θελήσει να τα μάθει ο Β. με κάθε λεπτομέρεια. Τι θα του πω, πώς θα ξαναβγάλω τη θύελλα μηνών από τον ασκό όπου την κρατώ προσεκτικά συμπιεσμένη; Και κυρίως πώς θα την ξαναβάλω πίσω;

Tuesday, December 16, 2008

Σέξι

Πρωί πρωί σήμερα συνάντησα την Μαριάν και με προσκάλεσε στο Χριστουγεννιάτικο πάρτι της, την επόμενη Πέμπτη. Με έπιασε, λιγάκι για δυο λεπτά μονάχα κι εντελώς απρόσμενα, από το μπράτσο κι άρχισε να μου διηγείται πόσο όμορφο ήταν το Σαββατοκύριακό της στην Βασιλεία. Μου είπε για τα χρώματα του ουρανού που άλλαζαν καθώς οδηγούσε, για τις μυρωδιές, για τις γεύσεις που δοκίμασε, για τις βόλτες που έκανε. Μύριζε όμορφα κι η ίδια σαν φρεσκοπλυμένο κοριτσάκι που πήγαινε στο σχολείο το πρωί. Τα φτωχά της συνήθως Αγγλικά έρεαν σήμερα ξέγνοιαστα ανάμεσα από τα λίγο πεταχτά δόντια της, με την γερμανοελβετική της προφορά να με αναστατώνει όσο ποτέ. Μετά βίας αντιστεκόμουν να μην της βγάλω τα γυαλιά για να την φιλήσω κάτω από το δεξί της μάτι όπου έχει τρεις μοναχικές ξέθωρες φακίδες.

Όταν ανέβηκα στο γραφείο μου σκέφτηκα Τ. την αποστειρωμένη πριγκίπισσα, "το κορίτσι χωρίς αισθήσεις" όπως την αποκάλεσε κάποτε ο Ρολφ. Δεν γελούσε ποτέ όπως η Μαριάν, δεν μιλούσε στους άλλους για όσα έβλεπε ή έτρωγε ή άκουγε... Νομίζω πως δεν την απασχολούσαν καθόλου, ούτε την ίδια. Και δεν έχω συμφιλιωθεί που να με πάρει ο διάολος με την ιδέα πως την έβρισκα κάποτε σέξι. Οι άλλοι, ο Ρολφ κι ο Β., ήταν κατηγορηματικοί και κάθετοι μήνες τώρα. "Σέξι," ισχυριζόταν ο σοφός Β., "Δεν είναι μονάχα αυτή που θέλουν οι άνδρες να πηδήξουν αλλά κυρίως αυτή που δείχνει να το σκέφτεται κι η ίδια. Η σεξουαλικότητα είναι επικοινωνία," κατέληγε με στόμφο, "Και όχι πάντα μεταξύ δύο μόνον ατόμων." Η Τ. απεχθανόταν όμως την επικοινωνία, ακόμα και την ιδιωτική και προσωπική επικοινωνία με το περιβάλλον της. Αναδρομικά διαπιστώνω πως υπήρχε μια καθολική αναπηρία των αισθήσεων, ένα άγνωστο ελάττωμα στο γενετικό κώδικα. Έτσι νομίζω, έτσι μου φάνηκε. Που εγώ όμως δεν πρόσεξα εγκαίρως.

Saturday, December 13, 2008

Καλοκαιρινά ψέμματα

Σάββατο πρωί στην Βοστόνη. Ο Β. περιμένει τη γυναίκα του να ξυπνήσει. Μπροστά στο μόνιτορ με τα ρούχα του τζόγκιγκ (νομίζω πως τον βλέπω), ίσως και με μια μάλλινη κουβέρτα στους ώμους. Η Μέρεντιθ δεν ξυπνάει ποτέ πριν από τo μεσημέρι, γράφει μέχρι τα χαράματα τις νύχτες.

Έχει εκπλαγεί που ζήτησα άδεια, το διακρίνω ανάμεσα στις αράδες των μηνυμάτων του. Παραπονιέμαι συχνά πως μου λείπει ο χρόνος για να τελειώσω όλα όσα θα ήθελα στην δουλειά, είναι φυσικό. "Πάρε και όλες τις μέρες που σου μένουν, αν θέλεις," μου είχε γράψει προχτές. Σήμερα όμως επανέρχεται. Από ακατανίκητη παιδική περιέργεια. Δεν καταφέρνει να το κρύψει. Οι πρόχειρες προφητείες του διαψεύστηκαν, οι θεωρίες του για τη σχέση "έργο τέχνης" που με περίμενε σαν παράδεισος έμπνευσης μόλις θα έστριβα και καλά τη γωνία, για την οποία θα άξιζε κάθε ακρότητα και κάθε δράμα, αποδείχτηκαν παραμιλητά και ανοησίες ενός ξεμωραμένου bon viveur. Κουβέντες του αέρα, ένα καλοκαιρινό πρωινό στην άδεια Ζυρίχη όταν το μυαλό και των δυο μας είχε θολώσει ευχάριστα από τρία ποτήρια Krug Rose υπό τον ήλιο. Τώρα έχει φαγούρα στη γλώσσα, πρέπει να μάθει.

"Τι ακριβώς συνέβη με την Τ.; Ήταν κάτι που είπε ή κάτι που έκανε;"

Πληκτρολόγησα μια τυπική απάντηση που την διόρθωσα τρεις ή τέσσερις φορές στις λεπτομέρειες πριν την στείλω. Δεν πείθει αλλά ας καταλάβει ο Β. ό,τι θέλει. Με νιάζει; "Τα ταξίδια στο Παρίσι και οι επισκέψεις της Σβεά στην Ζυρίχη με έχουν κουράσει για φέτος. Μετά από δυο βδομάδες στης αδερφής μου θα ξαναβρώ το ρυθμό μου στη δουλειά. Και θα ξεκουραστώ." Για την Τ. ούτε λέξη, του έχω πει και του έχω γράψει πολλά τόσους μήνες. Αρκούν.

^"Κάτι που είπε," φυσικά. Αλλά που δεν πρόκειται να επαναλάβω στον Β., στον Ρολφ ή στη Σβεά... Είμαι αντιθέτως ευγνώμων στην Τ. επειδή το είπε. Επειδή με βοήθησε να τραβήξω την πρίζα, χωρίς να το υποψιάζεται η ίδια, σε μια στιγμή ασυνήθιστης ελαφρότητας, με χιούμορ. Η μούσα που δημιούργησα (κλινικά νεκρή από καιρό) επιτέλους εξέπνεε. Ο νους μου άδειαζε. Θα ήταν υπέροχο αν μαζί με τους πανηγυρισμούς ενός επυθυμητού πένθους δεν με κατάτρεχε αυτή η βαθιά και επίμονη λύπη για το χρόνο που έχασα.

"Kάτι άκουσα..."

Η ξαφνική και βίαιη αποσωλήνωση της περίπτωσης Τ. έφερε και μια επ' αόριστον θέση σε διαθεσιμότητα της Σβεά. Σαν να μην την χρειάζομαι πια. Θα ειδωθούμε μετά τις γιορτές την ειδοποίησα. Το δώρο της με κούριερ. Το διάλεξα όμως πολύ προσεκτικά, εντελώς αντίθετα με τις μέχρι σήμερα συνήθειές μου.

Τις γιορτές θα τις περάσω με την αδερφή μου, για να είμαι πιο ακριβής με τον γαμπρό μου στο μικρό καθιστικό όπου εκείνος ακούει μουσική πολλές ώρες κάθε μέρα. Πήρα ήδη δεκαπενθήμερη άδεια, ειδοποίησα σχετικώς και τον Β., αν την αφήσω εξ άλλου θα την χάσω πριν από το τέλος του 2009. Φέτος ο γαμπρός μου, καταπονημένος από πρόσφατα προβλήματα υγείας, περιόρισε την λίστα των προσκεκλημένων σε μένα και στην οικογένεια της κόρης του από τον πρώτο γάμο. Ήσυχες γιορτές και (εκτός από την αδερφή μου) με ανθρώπους που σέβονται την κακή διάθεση των άλλων και τη σιωπή τους.

Αυτό το Σαββατοκύριακο, με τη δικαιολογία πως θα είχα φιλοξενούμενους στο διαμέρισμά μου, απέφυγα μια, οργανωμένη από καιρό, εορταστική μάζωξη Αν, Μπερνάρ, Σβεά και φίλων τους στη Γενεύη. Απολύτως αληθής η δικαιολογία αν και δεν ανέφερα μία λεπτομέρεια. Πως η επίσκεψή των δικών μου στην Ελβετία γινόταν μετά επίμονη δική μου πρόσκληση, και μάλιστα της τελευταίας στιγμής.

Χθες το βράδυ αργά, έφτασαν από την Ιταλία στην Ζυρίχη η φίλη μου η Μαρία με την νεαρή συνέταιρό της την Ε.. Η Μαρία είναι ομοφυλόφιλη αν και η μικροαστική της καταγωγή την αναγκάζει ακόμα το κρύβει, στην Ελλάδα τουλάχιστον, έτσι αρχικά δεν είχα ιδέα αν η Ε. ήταν απλώς συνεταίρος της ή κάτι παραπάνω.

Καθώς τρώγαμε στο σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, άρχισα να μιλάω για τα γεγονότα της προηγούμενης εβδομάδας στην Ελλάδα. "Κάτι άκουσα..." είπε η Ε. αποτελειώνοντας μια μπουκιά. Η Μαρία με κοίταξε με νόημα σαν να μου ζητούσε συγγνώμη. Προσπάθησα παρόλο που καταλάβαινα πως δυσαρεστούσα την Μαρία να της πάρω μια δυο κουβέντες παραπάνω της μικρής, με έκαιγε η περιέργεια να δω τι είχε μέσα στο μελί ακριβοκουρεμένο της κεφάλι. Δεν γνώριζε τίποτα. Όχι μόνον από το τι συνέβη τη βδομάδα που πέρασε αλλά από το τι συμβαίνει στην Αθήνα συνολικώς. Είχε ζήσει στην Βούλα μέχρι τα είκοσι, μετά στο Μιλάνο, μετά πάλι στη Βούλα. Δεν γνώριζε πού βρίσκεται η οδός Στουρνάρη, ποιος δρόμος περνάει μπροστά από το Πολυτεχνείο, και στοιχηματίζω πως αν της είχα βάλει με τη βία κάτω από τη μύτη ένα χάρτη της Αθήνας δεν θα ήξερε να μου δείξει με το βαμμένο της νύχι που βρίσκονται τα Εξάρχεια και πού η Κυψέλη. Γιατί πάω μακριά; Αμφιβάλλω αν θα είχε αναγνωρίσει πως ήταν η Αθήνα κι όχι το Μιλάνο ή η Ρώμη.

Στο τέλος της βραδιάς κατέληξα πως δεν ήταν λεσβία. Οριστικά και τελεσίδικα. Θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο για ένα τόσο μικρό μυαλό.

Sunday, December 07, 2008

Shelved

Έτσι καθώς περπατούσα στους κρύους δρόμους του Βερολίνου, η εμμονή μου για την Τ. εξέπνευσε, πάνω σε ένα τυχαίο χτύπημα του παπουτσιού μου στο πλακόστρωτο. Ξαφνικά. Σαν να έκλεινα ένα βιβλίο, αποφαινόμενος πως τελικώς δεν μου άρεσε, και το έβαζα στο ράφι με την πεποίθηση πως δεν πρόκειται να το ξανανοίξω ποτέ.

Friday, December 05, 2008

Κατηγορούμενος και πάλι

Όπως ανεμένετο η Σβεά την τελευταία στιγμή άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού. Ουδεμία έκπληξις αν και περίμενα πως θα μου ζητούσε να μην πάω στο Παρίσι σήμερα και να κάτσω στ' αυγά μου στη Ζυρίχη. Εκείνη έκανε κάτι απρόσμενο, πιο έξυπνο ή πιο χαζό δεν μπορώ να πω ακόμα. Με κάλεσε να πάμε μαζί στο Βερολίνο. Έχει δήθεν δουλειές Δευτέρα πρωί πρωί, μπορεί και να έχει, πού να ξέρω; Μια που θα τη φέρει εκεί ο δρόμος της λοιπόν γιατί να μην πάμε μαζί; (Πέντε υπό το μηδέν τη νύχτα, γιατί αλήθεια να μην απολαύσουμε μαζί μια τέτοια παγωνιά; Δεν θα συναντήσω ποτέ μια φυσιολογική γυναίκα που να με πάρει ο διάολος;) Είναι προφανώς εν γνώσει της πως λεφτά για να πετάω εισιτήρια στα σκουπίδια και να αγοράζω καινούργια δεν μου περισσεύουν αλλά όταν κατηγορούμαι για τόσο μεγάλο σκάτωμα, αν και το αναλυτικό κατηγορητήριο δεν μου έχει απαγγελθεί ακόμα, τα λεφτά είναι ένα τεχνικό θέμα και το ταξίδι στο Βερολίνο η ελάχιστη αποζημίωση προς τη θιγείσα.

Είπα ναι, τι άλλο θα μπορούσα να πω; Ας αρχίσει να κυλάει και πάλι το νερό κανονικά και εντός της κοίτης και μετά θα δούμε.

Θα μείνουμε ευτυχώς στο σπίτι μιας φίλης της στο Μitte που θα λείπει για το Σαββατοκύριακο. Τεράστια ανακούφιση. Μου αρέσει να πηγαίνω σε ξενοδοχεία για δουλειές, για διακοπές ή απρογραμμάτιστα με κάποια περιστασιακή ερωμένη αλλά απεχθάνομαι και αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι τα ρομαντικά σαββατοκύριακα στα ξενοδοχεία μπουτίκ με μια γυναίκα που γνωρίζω ήδη. Αν μια γυναίκα με καυλώνει με καυλώνει παντού. Δεν περιμένω να μυρίσω φρεσκοπλυμένο σεντόνι ξενοδοχείου ούτε να σαπουνιστώ με στρογγυλά μοσχοσάπουνα. Αν πάλι δεν με καυλώνει τότε η λύση είναι ένα φύλλο πορείας. Όχι μια κράτηση σε οτέλ ντε σαρμ. Κάποιοι ξεμωραμένοι bon viveur όπως B. ή επαγγελματίες ερωτευμένοι όπως η Τ. και ο βλάχος, (ο παλιός ή ο καινούργιος, το ίδιο δεν θα είναι;) θα εναπόθεταν πιθανολογώ κάποιες ελπίδες σε ένα καλοδιακοσμημένο δωμάτιο. Εγώ ποτέ.

Δυσαρεστήθηκε η αδερφή μου όταν πριν από λίγο της είπα πως πηγαίνω Βερολίνο απόψε. Ξανάπιασε το περί γάμου κήρυγμα, μετά από αρκετά καιρό, και πως πρέπει να συμμαζευτώ και έτσι και λοιπά και λοιπά. Της είπα να περιμένει μερικά χρόνια και θα με βλέπει στο Βερμπιέ κάθε Σαββατοκύριακο, με σύζυγο, τρία παιδιά και πέντε ζευγάρια σκι όλων των μεγεθών στη οροφή του SUV. Δεν με πήρε στα σοβαρά. Ευτυχώς.

Thursday, December 04, 2008

Υπό το μηδέν

Γύρισα νωρίς από το γραφείο το απόγευμα της προηγούμενης Παρασκευής για να προλάβω να ετοιμάσω το σπίτι πριν φτάσει η Σβεά. Δεν μπορούσα όμως να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Είχε έρθει έτσι κι αλλιώς η Άννα Μαρία για καθάρισμα τη Δευτέρα, όπως κάθε Δευτέρα. Η Σβεά επιπλέον δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που έρχεται να επισκεφτεί τον εραστή της και πιάνει αμέσως το ξεσκονόπανο. Βρίσκει μισό τετραγωνικό για την ίδια και το κομπιούτερ της και δουλεύει σε μια νοητή φυσαλίδα ό,τι και αν συμβαίνει τριγύρω. Είχα προλάβει να κάνω ψώνια για φαγητό όμως. Υπήρχε και σοσίς ο σου που είχε φέρει η αδερφή μου. Τα μισά προβλήματα ήταν λυμένα.

'Eκανε κρύο την Παρασκευή, ήμουν και πτώμα, δεν άντεχα να πάω στο αεροδρόμιο. Η Σβεά δεν θα είχε αντίρρηση να πάρει το τρένο και μετά ταξί. Στο Παρίσι παίρνει ταξί για ψύλλου πήδημα. Έμεινα έτσι να την περιμένω στο σπίτι χωρίς άγχος και χωρίς πρόγραμμα, με την Καντάτα του Καφέ του Μπαχ, αυτό σημαίνει σε "έτσι κι έτσι" διάθεση.

Είχα συναντήσει την Τ. τυχαία το ίδιο πρωί στο ισόγειο (ιδού και ο λόγος του "έτσι κι έτσι"). Είχαμε μιλήσει για λίγο. Ένα τέταρτο, όχι περισσότερο. Ήταν πιο ομιλητική από ότι συνήθως, όχι πως σημαίνει τίποτα. Της είχα προωθήσει την προηγουμένη μέρα ένα μέιλ για μια δουλειά στη Βόννη. Η Τ. μου είπε πως δεν θα την ενδιέφερε να δουλέψει σε γερμανόφωνη χώρα. Ξεκίνησε να μου αναπτύσσει με ελεγχόμενο, όπως προτιμάει, ενθουσιασμό πως δουλειά ψάχνει κυρίως στο Παρίσι και στο Νότο της Γαλλίας. Μπορεί εκεί να του αρέσει του βλάχου, σκέφτηκα με μια ελαφριά σιχαμάρα. Έξοχο μέρος για τεμπέληδες, χωρίς αμφιβολία. Και για προκλητικά συντηρητικούς. Θέλησα να της πετάξω πως στα παραθαλάσσια θα μπορούσε να της βρει δουλειά ο πολυμήχανος πεθερός της αλλά θα της έκοβα κάθε διάθεση να μου μιλήσει για τα σχέδιά της. Επισήμως δεν ξέρω εξ άλλου τίποτα για τον πεθερό-νονό του Κοτ-ντ'-Αζύρ. Έκανα εν τω μεταξύ καθώς μιλούσαμε (με την εικόνα του "νέου" εραστή στη στάση του τραμ ακόμα στο μυαλό μου) δυο τρεις προσπάθειες να κατευθύνω την συζήτηση σε διακοπές, σε μετακομίσεις και σε ο,τιδήποτε θα την ανάγκαζε να αναφερθεί στον αγαπημένο της, αν υπάρχει ακόμα ο βλάχος που γνώριζα και δεν είχε αντικατασταθεί από τον καινούργιο, αλλά δεν της πήρα λέξη. Κρύα κουβέντα, μου χάλασε το απόγευμα αφήνοντάς με βαρύ αλλά άδειο στομάχι, σαν να γύριζα από ξενύχτι. Κι ένα "δε γαμιέται" να μου κρέμεται επίμονα από τη γλώσσα καθώς επέστρεφα στο σπίτι.

Έτσι όπως είχα απλωθεί κι άκουγα μουσική σκέφτηκα πως θα ήθελα να πήγαινα σινεμά εκείνο το βράδυ. Να μου έφευγε τουλάχιστον ο κωλόκομπος που μου ανεβαίνει στο λαιμό κάθε φορά που βλέπω την Τ., το σινεμά είναι αποτελεσματικό γιατρικό. Δεν είχα ιδέα ποια αντουμπλάριστα έργα παιζόταν. Ούτε ήξερα αν η Σβεά θα ήθελε να βγει για σινεμά με ένα υπό το μηδέν αλλά μου φαινόταν αρκετά εύκολο να την πείσω.

Η πτήση της Σβεά προσγειωνόταν στις 8.20, κι έτσι όταν την άκουσα στο τηλέφωνο στις 7.50 κατάλαβα πως η Σβεά ήταν ακόμα στο Παρίσι. Ήταν ολιγόλογη και δεν ενδιαφερόταν να πάρει μια άλλη πτήση αν και δεν την παρακάλεσα πολύ (Ίσως έπρεπε να το είχα κάνει). Μυρίστηκα πως ήταν παρεξηγημένη μαζί μου για κάτι και τη ρώτησα. Αλλά δεν ήθελε να μου μιλήσει. Κάπως κοφτά κι απότομα μου είπε πως έτσι κι αλλιώς είχαμε κι οι δυο πολλή δουλειά και πως δεν έγινε δα και τίποτα αν δεν βρισκόμαστε ένα Σαββατοκύριακο. Δεν είχα αντίρρηση αλλά είμαι πολύ καχύποπτος και νευρικός με τα μισόλογα ίσως επειδή δεν ανήκω σε αυτούς που μαντεύουν εύκολα τι μπορεί να μην αρέσει σε μια γυναίκα ή τι μπορεί εγώ να έκανα λάθος. Η σύντομη συζήτησή μας έμεινε στο αέρα ανοιχτή και ανοιχτή είναι ακόμα έξι μέρες αργότερα.

Παράγγειλα φαγητό απ' έξω εκείνο το βράδυ, είχα καθαρίσει την κουζίνα και δεν θα μπορούσα να την ξαναλερώσω τόσο σύντομα για να μαγειρέψω κάτι μόνον για μένα. "Πάλι τα γάμησα", σκεφτόμουν καθώς έτρωγα τέσσερα άνοστα σκαλοπίνι με φρέσκα φασολάκια (καθόλου φρέσκα δηλαδή, βρωμούσαν τη μυρωδιά της κατάψυξης). Ίσως να είχα κάνει λάθος πως η Σβεά δεν χρειαζόταν παρά την απολύτως απαραίτητη συντήρηση, κάνω τέτοια λάθη όταν με βολεύουν, ίσως ήμουν αγενής που δεν είχα προτείνει να την περιμένω στο αεροδρόμιο κι ακόμα πιο αγενής, κατά συρροήν μάλιστα ,που τόσον καιρό που βλεπόμαστε δεν της είχα πει ή δώσει κάτι, δεν είχα κάνει την παραμικρή κίνηση που να δείχνει πως την σκεφτόμουν και πως την υπολόγιζα ακόμα και σαν μια απλή φίλη με την οποία όμως κοιμάμαι για δέκα εβδομάδες τώρα.

"Αν η Αϊόνι ήταν με τους άλλους το ίδιο ανεκτική όσο είναι μαζί σας, θα είχε ζήσει μια εντελώς διαφορετική ζωή," μου είχε πετάξει μια φορά ειρωνικά ο Άλαν, που φυσικά γνώριζε πολύ καλά τι έτρεχε ανάμεσα σε μένα και τη γυναίκα του. Είχα εκπλαγεί τότε, χώρια που είχα τρομάξει που μου μιλούσε με τέτοιο κυνισμό και απάθεια ένας απατημένος σύζυγος. Στα τριάντα δεν καταλαβαίνεις πολλά για τον εαυτό σου και καταλαβαίνεις ακόμα λιγότερα για τους άλλους. Η Αϊόνι μου φαινόταν πάντα δύσκολη και απαιτητική, δεν είχα σκεφτεί τότε πως μπορεί κι εγώ να ήμουν το ίδιο δύσκολος, ίσως κι ακόμα περισσότερο. Είχε δύο γωνίες όμως το σχόλιο του Άλαν κι εκεί βρισκόταν η ειρωνία. Τη δεύτερη την είχα χάσει εντελώς. Τότε, στην τελική ευθεία της αυτοκαταστροφής και κάτω από τον πανικό της ενδεχόμενης απόρριψης, το σχόλιο του Άλαν το αντιλήφθηκα μονάχα σαν κριτική για το χαρακτήρα μου. Ο Άλαν όμως μου μιλούσε για κάτι άλλο, μου έφερνε στο πιάτο μια πληροφορία που θα έδινα εκατομμύρια για την έχω κι εγώ το παρέβλεπα. (Αν και δυσκολεύομαι να φανταστώ τι θα είχα κάνει ακριβώς αν δεν το είχα παραβλέψει).

Κινδυνεύω όμως να παραβλέψω κάτι τώρα, αυτή την εβδομάδα που διανύουμε; Μήπως η Σβεά δεν είναι τελικά για μένα τόσο ασήμαντη όσο θέλω να πιστεύω; Μήπως η γαμημένη η κρίση μου έχει εξασθενίσει κάτω από το βάρος των ανόητων εμμονών μου με την Τ.;

Τι θα μπορούσα όμως να κάνω;

Είναι φορές που ζηλεύω αυτούς που ξέρουν να λένε ωραία λόγια στις γυναίκες, που μπορούν να τους εξομολογηθούν την αγάπη τους, έστω και κάποια πλαστική αγάπη. Αν είχα τέτοιες ικανότητες θα είχα γράψει ένα μελ στην Σβεά γεμάτο τρυφερότητες ή πολλά μελ, ίσως θα είχα στείλει και λουλούδια ή θα είχα μπει στο αεροπλάνο να την βρω και διάφορα δραματικά. Όντας αυτός που είμαι στριφογυρίζω σαν χάχας εδώ και έξι μέρες. Δεν βρίσκω τίποτα να πω. Έχω μονάχα ένα αεροπορικό εισιτήριο για το Παρίσι, για αύριο Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου.

Wednesday, November 26, 2008

Κόκκινα γυαλιά

Το Σάββατο το πρωί καθώς περπατούσαμε στο 11ο σταθήκαμε με την Σβεά μπροστά από μια βιτρίνα οπτικών. "Αυτά," είπα δείχνοντας ένα ζευγάρι γυαλιά στο χρώμα του βύσσινου. Αστειευόμουν προφανώς. Η Σβεά δεν το αντιλήφθηκε. Κι έτσι βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω μέσα στο μαγαζί μπροστά σε ένα μεγάλο καθρέφτη, κρατώντας ένα δεύτερο μικρότερο στο χέρι τον οποίον ρωτούσα, σαν τη μητριά της Χιονάτης, αν με τα βυσσινί γυαλιά ήμουν ο ωραιότερος ρινόκερως του κόσμου.

Είναι διασκεδαστικό όμως να ψωνίζεις με τη Σβεά, έχουμε ξαναβγεί στην αγορά μαζί. Γίνεται ευγενική και γενναιόδωρη με τους πωλητές, θα έλεγες πως δεν την ενδιαφέρει τόσο πολύ αυτό που αγοράζει αρκεί στο τέλος να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι και να είναι βέβαιη πως η επίσκεψή της στο μαγαζί άφησε σε όλους μια καλή εντύπωση. Έτσι ακριβώς συνέβη και με τα γυαλιά. Η Σβεά και η πωλήτρια τα βρήκαν αυτοστιγμεί και άρχισαν να με ενθαρρύνουν στην αγορά του σκελετού με διάφορες κοριτσίστικες θεωρίες για το σχήμα του προσώπου μου και το χρώμα των ματιών μου. Εγώ ντράπηκα, όπως πάντα, να πω πως δεν θα τολμούσα να εμφανιστώ ποτέ μα ποτέ δημόσια με αυτά τα γυαλιά... Ίσως μόνον στους φίλους της αδερφής μου και μετά βίας πάλι.

Και έτσι πείστηκα να πληρώσω εξακόσια είκοσι ευρώ. Έτσι εν ψυχρώ. Για ένα σκελετό σε χρώμα βυσσινί αστραφτερό, γυαλιστερό, προβοκατέρ που με κάνει να μοιάζω με τους πολύχρωμους φίλους της Σβεά αλλά να διαφέρω τρανταχτά από τους δικούς μου. Με κάνει επίσης μεγαλύτερο. Αλλά καλλιτεχνικό, όπως επισήμανε η Σβεά.

Με πλημμύρισε μια ανακούφιση όταν τα αφήσαμε πίσω μας για να τους βάλουν τα κρύσταλλα, θα είναι έτοιμα αύριο Πέμπτη. Δεν θα μπορούσα να κουβαλώ ένα τόσο ξένο κι επιθετικό σώμα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού μου, ακριβώς στο σημείο της καρδιάς. Θα χρειαστώ χρόνο για να συμφιλιωθώ μαζί τους.

Sunday, November 23, 2008

Στο τραμ

Στο τραμ που πήρα την Παρασκευή το απόγευμα για να πάω στο σταθμό, συνάντησα την Αν με τον Μπερνάρ. Η Αν ερχόταν στη Ζυρίχη για συνεντεύξεις αυτό τον καιρό, και από ό,τι πρόλαβε να μου πει χθες, μάλλον βρήκε δουλειά και μετακομίζει. Καλά νέα. Είναι προκλητικό, και δεν είναι η πρώτη φορά, να κοιτάω τόσο ξελιγωμένα μια νιόπαντρη, εντελώς ακαδημαϊκά φυσικά εκ των πραγμάτων, αλλά τι να κάνω που η Αν πραγματικά μου αρέσει. Μου αρέσει ακόμα και η έντονη μεσοδυτική της προφορά στα Αγγλικά κι ένα σωρό άλλα αμερικανικά χαρακτηριστικά της που συνήθως τα βρίσκω μπανάλ μέχρι και ανυπόφορα σε άλλες γυναίκες. Φταίει και που κάθε φορά που τους βλέπω τους δυο τους πλάι πλάι, την Αν και τον Μπερνάρ, πείθομαι όλο και πιο πολύ πως δεν ταιριάζουν. Δεν λέω πως θα ταίριαζα εγώ με την Αν, μακάρι να ήταν αλήθεια, αλλά η Αν έχει μια ζωική ενέργεια κι ένα μεγάλο απόθεμα πάθους, προσωπικού και επαγγελματικού, ενώ ο Μπερνάρ είναι ωραίος και καθωσπρέπει, και πολύ ευχάριστος και ευγενικός, αλλά έχει ένα μειονέκτημα, είναι Ελβετός. Και οι Ελβετοί δεν διαθέτουν σταγόνα από το πάθος, από τις έντονες "γεύσεις" ή το "άρωμα" του ζειν που η Αν αναζητάει με κάθε της βλέμμα, λέξη ή κίνηση του σώματός της ακόμα και με τον τρόπο που αναπνέει. Δεν προβλέπω να μείνουν για καιρό μαζί, αν παραμείνουν όπως είναι σήμερα φυσικά και δεν μεταλλαχθούν. Διότι οι γυναικείες μεταλλάξεις είναι ξαφνικές, συχνές και πάντοτε απογοητευτικές: Η Αν μπορεί μόλις κάνει δυο τρία παιδιά να πέσει με λύσσα στην ανατροφή τους, η ζωική ενέργεια και το πάθος να εξατμισθούν γρήγορα και στο τέλος ο Μπερνάρ να φτάνει και να περισσεύει.

Φορούσε ένα κοντό παλτό η Αν προχθές, πολύ της μόδας στο χρώμα του δαμάσκηνου ή του βατόμουρου, δεν καταλαβαίνω πολύ από χρώματα, φαρδύ με μεγάλα κουμπιά και κάπως κοντά μανίκια από όπου πρόβαλαν οι λεπτοί της καρποί, γυμνοί χωρίς κοσμήματα. Κοίταζα τα γυμνά της χέρια καθώς μιλούσαμε, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο θα ήθελα να την γδύσω και πιπίλιζα τη φαντασίωση αυτή σαν καραμέλα καθώς εκείνη μου διηγόταν την εβδομάδα της στην Ζυρίχη, τις προοπτικές της καινούργιας δουλειάς και με ρωτούσε φυσικά για το δικό μου Σαββατοκύριακο, για τη Σβεά και το Παρίσι.

Δυο στάσεις πριν από τον σταθμό σήκωσα τα μάτια από τα χέρια της Αν για να κοιτάξω έξω και να δω πού βρισκόμαστε και αν φτάναμε, όταν στη στάση, δίπλα από το σταματημένο τραμ μας είδα την Τ. με αναστατωμένα από τον αέρα μαλλιά και γενικώς κάπως ξαναμμένη, με ένα ροζ κασκόλ, γάντια ριγέ. Ο Μπερνάρ αποπειράθηκε να την χαιρετίσει από το παράθυρο του τραμ αλλά εκείνη δεν πρόσεχε. Περίμενε μάλλον ένα άλλο τραμ και δεν κοίταζε προς τη μεριά μας. Το αξιοπρόσεκτο όμως ήταν ο συνοδός της. Και το ότι οι δυο τους ήταν απορροφημένοι σε μια συζήτηση πολύ έντονη που, για τα δευτερόλεπτα που μείναμε εκεί, δεν μου φάνηκε οικογενειακή ή επαγγελματική. Ο συνομιλητής, ένας άνδρας μέσης ηλικίας, που η Τ. τον κοίταζε στα μάτια και την κοίταζε κι εκείνος, δεν ήταν ούτε πατέρας της ούτε αδερφός της. Ήταν εραστής ή μελλοντικός εραστής ή στην καλύτερη περίπτωση πρώην εραστής αλλά μερικώς εν ενεργεία. Ο τρόπος που στέκονταν μαζί και κοιταζόντουσαν δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία για αυτό.

Έφτασα αναστατωμένος στο σταθμό. Πόσο καθυστερημένο εκ μέρους μου, αναλογιζόμουν, να πιστέψω πως τόσον καιρό για την Τ. υπήρχαμε μονάχα εγώ κι ο βλάχος με την Πόρσε. Πόσο αφελές να μην έχω υποψιαστεί πως ο λόγος που εκείνη δεν έλεγε "ναι" στις προτάσεις γάμου του βλάχου μπορεί να μην ήταν ούτε το διδακτορικό της ούτε εγώ (αυτό είναι μαθηματικώς βέβαιο) αλλά κάποιος άνδρας, κάποιος άλλος άνδρας του οποίου την ύπαρξη δεν είχε υπ' όψη του κανείς από τους γνωστούς μου, ο Ρολφ κι ο Β. δηλαδή που υποτίθεται μου έφερναν αξιόπιστες πληροφορίες. Πόσο μυωπικό να νομίζω πως όταν η Τ. έφευγε από τη δουλειά ή από τις συναντήσεις της ομάδας μας, ή όταν έκλεινε το κομπιούτερ της έχοντας στείλει τα τελευταία μηνύματα της μέρας πήγαινε κατ' ευθείαν στην αγκαλιά του βλάχου και μετά την άλλη μέρα πάλι από την αγκαλιά του στη δουλειά.

Καθώς ακούμπησα στη θέση μου στο τρένο ένοιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται. Ήθελα να κλάψω. Γιατί όμως; Ήταν από λύπη για τον εαυτό μου; Θύμωνα αναδρομικά με τις βλακώδεις εμπειρικές υποθέσεις που είχα κάνει; "Η Τ. δεν με ενδιαφέρει," σκέφτηκα σε μια προσπάθεια να ανακτήσω τον χαμένο μου αυτοέλεγχο, "Δεν υπάρχει, ήταν ένα δημιούργημά μου για να διασκεδάσω την ανία μου. Ας παντρευτεί τον βλάχο και ας τον απατήσει με αυτόν τον καινούργιο που είδα σήμερα και με όσους άλλους θέλει. Ας μείνει ή ας φύγει ή ας ανεβεί στο Λευκό Όρος." Μάταιο. Θυμήθηκα κι εκείνες τις προφητικές συμβουλές του Β., τις προβλέψεις του για τον Νοέμβρη δήθεν, από τον οποίο μένει πια μονάχα μία εβδομάδα.

Τι συνέβαινε γαμώτο εδώ; Τι μου είχε διαφύγει; Και γιατί έπρεπε να αναστατώνομαι με αυτόν τον τρόπο όταν εδώ και εβδομάδες θεωρούσα το θέμα αυτό λήξαν;

Δεν δούλεψα καθόλου στο ταξίδι και είχα της Παναγιάς τα μάτια από δουλειά. Έμεινα να κοιτάζω αόριστα τη σκοτεινή οθόνη του υπολογιστή με τις σκέψεις μου να τρέχουν ακατάστατα και εκείνο τον ανυπόφορο κόμπο στο στέρνο να μη λέει να φύγει. Η υπόνοια πως η Τ. τα είχε χαλάσει με το βλάχο και με τα ρομαντικά μου Σαββατοκύριακα, τα συνεχή ταξίδια και το άνευ προηγουμένου τρέξιμο του τελευταίου μήνα δεν το είχα αντιληφθεί και τα είχα σκατώσει γινόταν κάθε λεπτό και πιο εφιαλτική. Κατέβασα τέσσερις καφέδες αν μέτρησα σωστά, και προς το τέλος του ταξιδιού δυο μπύρες, για να μπορέσω να βάλω το φαλακρό μου κεφάλι σε τάξη, λες και θα βοηθούσαν.

Ίσως όμως η ίδια η Τ. ήθελε να το κρύψει από τον κόσμο, σκέφτηκα σε μια δήθεν κρίση ψυχραιμίας. Δεν είναι εύκολο να κάνεις πομπώδεις ανακοινώσεις, κυρίως στη δουλειά, πως χώρισες από τον εραστή σου και έτσι ή αλλιώς. Το κρατάς μυστικό όσο μπορείς καθώς σιγά σιγά κυκλοφορεί η είδηση ή οι άλλοι αρχίζουν να το υποψιάζονται αλλά περνάει στο μεταξύ ο καιρός και δεν ενδιαφέρεται πια κανένας για λεπτομέρειες. Κάτι ανάλογο είχα κάνει κι εγώ τότε με την Βίκυ. Το δικό μου πρόβλημα βέβαια, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, ήταν η Αϊόνι. Μόνον η Αϊόνι. Από την Αϊόνι το έκρυβα, την Αϊόνι ντρεπόμουν και γι αυτό το ξέκομα από τη Βίκυ τον είχα κρατήσει για πολλές εβδομάδες μυστικό επτασφράγιστο. Η Αϊόνι μου είχε βάλει τις πρώτες επιφυλάξεις, δεν λέω, αλλά σε χρόνο ανύποπτο, όταν παίζαμε ακόμα οι δυο μας όταν δεν μπορούσαμε ούτε εκείνη ούτε εγώ να υποψιαστούμε πόσο ανορθόδοξα θα εξελισσόταν τα μεταξύ μας. Είχα αφήσει, με πρωτόγνωρα για μένα πειθαρχία και αυτοέλεγχο, να κυλήσουν έξι μήνες, ανάμεσα από το Σαββατοκύριακο του Απριλίου που είχαμε δραπετεύσει με την Αϊόνι στο Σιάτλ και τη μέρα που ξαναβρεθήκαμε μαζί στο ίδιο κρεβάτι, το βράδυ, τα χαράματα μάλλον, των εκλογών του 2000. Η Βίκυ είχε φύγει από το σπίτι μου στο μεταξύ κάπου τον Μάιο αλλά δεν είχα κουνήσει ούτε φλιτζάνι, δεν είχα αλλάξει τίποτα, είχε περάσει μάλιστα στο μεταξύ η Aϊόνι μια δυο φορές και το δαιμόνιο μάτι της δεν το είχε αντιληφθεί. Ανάγκη για αποτοξίνωση, τεμπελιά, φόβος, όλα μαζί και πολλά άλλα; Δεν μπορώ να πω ούτε καν σήμερα.

Κάπως έτσι ίσως να νιώθει και η Τ., σκέφτηκα με μια αναπάντεχη ανακούφιση, αν και το να ντρέπεται, ακόμα και να σκέφτεται απλώς, εμένα προσωπικά μου θα ήταν εξωπραγματικό. Και κωμικό και για γέλια. Τι να γνωρίζει η ανυποψίαστη Τ. για την εμμονή μου, τι μπορεί να καταλάβει, τι θα μπορούσε να φανταστεί εκ των υστέρων; Το ένα δέκατο; Το ένα εικοστό, το ένα εκατοστό της τρικυμίας που με έδειρε για έξι μήνες;

Πριν φτάσουμε στο Παρίσι άνοιξα απότομα το κομπιούτερ μου. Έπρεπε να βεβαιωθώ. Κάπως... με μια πρόσκληση. Πρόκληση σε δείπνο; Ριψοκίνδυνο. Σε μεσημεριανό, καλύτερα. Δυσκολεύτηκα να την συντάξω, σκεφτόμουν ότι μπορεί να είχα γελαστεί, μπορεί ο τυπάς στη στάση να ήταν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας της και να γινόμουν γελοίος."Πέρασε για μεσημεριανό από το γραφείο μου την Δευτέρα να σου πω για...". Τρίχες κομπλεξικές, το έσβησα. Όπως και μερικά ακόμα παρόμοια. "Θα περάσω από το γραφείο σου να φάμε μαζί μεσημεριανό τη Δευτέρα". Έτσι σκέτο. Καλύτερα. Αν την ενδιέφερα στο ελάχιστο θα έλεγε "ναι". Αλλιώς θα με ρωτούσε για ποιο λόγο ή θα μου έλεγε πως δεν μπορεί, πως έχει κάτι άλλο. Send? Το σκεφτόμουν. Έφερα στο νου μου τα μηνύματα που μου είχε στείλει εκείνη, ό,τι μου είχε πει προφορικά, το πώς με κοίταγε, το πώς στεκόταν στο γραφείο μου... Όλα ουδέτερα, άνυδρα, άδεια. Και κάπως υπεροπτικά, κατά ένα πολύ διακριτικό και ιδιαίτερο τρόπο. "Δε γαμιέται," μουρμούρισα οργισμένα (και πρέπει να το είπα δυνατά γιατί κάποιοι από τις γύρω θέσεις γύρισαν να με κοιτάξουν.) "Αν θέλει μπορεί να έρθει να με βρει εκείνη." Delete!

Φτάνοντας στο Gare de l'Est ήμουν τόσο αφηρημένος (και λίγο πιο φορτωμένος με ρούχα αυτή τη φορά) που δεν πρόσεξα την Σβεά που με περίμενε. Θα την είχα προσπεράσει αν δεν είχε απλώσει το χέρι της για να με αγγίξει, κάπως ανήσυχη. Μετά δυσκολίας ήξερα που βρισκόμουν, μου συμβαίνει αυτό όταν ταξιδεύω πολύ. Το Σαββατοκύριακό μου ξεκινούσε άσχημα. Και εξελίχθηκε χειρότερα.

Thursday, November 20, 2008

Doctor P.

Αντίθετα με τους δικούς μου συγγενείς, την αδερφή μου κυρίως, όλοι οι συγγενείς της Αϊόνι ακόμα κι ο απατημένος σύζυγος με συμπαθούσαν πολύ.

Η μητέρα της Αϊόνι ήταν (άκουσα πως πέθανε πέρσι) μια πολύ ξύπνια γυναίκα, πλησίαζε εκείνη την εποχή τα εβδομήντα, με καλλίγραμμες γάμπες και πάντα εκκεντρικά ψηλοτάκουνα παπούτσια. Της άρεσε να μιλάμε μαζί για τη Βρετανία, αποκλειστικώς σχεδόν πολιτική. Στα αριστερά και κάτι του Εργατικού Κόμματος, η κυρία P. υπερηφανευόταν για την αμιγώς εργατική καταγωγή της (αν και ήταν δυο τρεις γενιές πίσω όλα αυτά) δείχνοντας κωμικά ενοχλημένη από το γεγονός πως κάποιος στην ηλικία μου, τριαντάρης και κάτι τότε, δελεαζόταν από τον οικονομικό φιλελευθερισμό των Νέων Εργατικών και του Μπλαιρ. Με εξαίρεση όμως αυτό, πως θα με προτιμούσε δηλαδή κάπως πιο αριστερό και επαναστάτη, η συνεννόησή μας ήταν έξοχη και, όποτε ερχόταν στην Αμερική, με φρόντιζε με τη ζεστασιά μεσογειακής θείας. Επιπλέον εισέπραττα την αίσθηση πως με εκτιμούσε αντικειμενικά, πως με θεωρούσε μια ποιοτική, σχεδόν πολύτιμη, προσθήκη στο περιβάλλον της κόρης της.

Η κυρία P., Doctor P., ήταν αυτό που στην Ελλάδα όταν μεγάλωνα αποκαλούσαν "μια μοντέρνα χήρα". Μια ώριμη γυναίκα γεμάτη αυτοπεποίθηση επειδή σε μια ζωή τα κατάφερε σε οτιδήποτε επιδίωξε, σε μια χώρα όπου ακόμα και τώρα που γράφω οι ευκαιρίες για τις γυναίκες είναι περιορισμένες: συνταξιούχος οδοντίατρος η ίδια και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας από τον γιατρό άντρα της που της επέτρεπε να πραγματοποιεί και τις πιο ακραίες ταξιδιωτικές της επιθυμίες, μητέρα δυο γιατρών και ενός μεταπτυχιακού φοιτητή ιατρικής, και μιας πολλά υποσχόμενης γλωσσολόγου, της Αϊόνι, μια γυναίκα με όμορφες ρυτίδες, κομψή, άπαχη, ευκίνητη και με μυαλό ξυράφι, μια μαστόρισα του λόγου που δεν χόρταινες να ακούς καθώς είχε όλες τις λέξεις της Αγγλικής υπό τον έλεγχό της και αυτές την υπάκουαν μαγεμένες σε όποια σειρά κι αν τις υποχρέωνε να σταθούν, όποιες ακροβασίες και αν τους επέβαλε.

Η Doctor P. είχε όμως και εκφραστικά μάτια, μεγάλα και σκούρα, πολύ διαφορετικά από τα μπλε, σχιστά και πάντα γελαστά μάτια της Aϊόνι. Όσο και αν την απολάμβανα όταν μιλούσε (όταν είσαι εξ άλλου στην Αμερική διψάς για αγγλική προφορά και χιούμορ) αν ήθελα να μάθω κάτι σημαντικό το αναζητούσα στα μάτια της, στις κινήσεις της, ακόμα και στον τρόπο που στεκόταν. "Τι καλό παιδί αυτός ο νεαρός που κρατάει συντροφιά στην Αϊόνι μου, να μην ξεχάσω να του αγοράσω τα toffees του" την φανταζόμουν να σκέφτεται καθώς περπατούσε βιαστικά στο Charlotte street όπου έκανε τα ψώνια της. (Εκεί ήταν και το ζαχαροπλαστείο με τα toffees σύμφωνα με το κουτί). Και μου τα προσέφερε πάντα σαν να μου έλεγε "ευχαριστώ", για την "συντροφιά". Και το εννοούσε. Ήξερε βέβαια πως ήταν κάτι παραπάνω από "συντροφιά", πως κοιμόμουν με την παντρεμένη κόρη της κι αυτό δεν βοηθούσε καθόλου στο να λυθούν τα προβλήματα του τρικυμιώδους γάμου της... Δεν της το κρύψαμε ποτέ, η Αίόνι είχε πατήσει για τα καλά τα σαράντα τότε, δεν ήταν κοριτσάκι. Έκανε όμως σαν να επρόκειτο για λεπτομέρεια, σαν να μην το είχε προσέξει. Της αρκούσε πως περνούσαμε καλά μαζί οι δυο μας, πως είμαστε φίλοι πριν από οτιδήποτε άλλο, πως διαβάζαμε μαζί εφημερίδες το πρωί σε ένα καφενείο κοντά στο κάμπους, αγαπούσαμε τα ίδια βιβλία, γελούσαμε με τα ίδια ανέκδοτα και σχολιάζαμε όλα τα θέματα της επικαιρότητας, με σποραδικούς μικροτσακωμούς. Η Doctor P. είχε όλες τις ευαισθησίες, την ωριμότητα, το καλό γούστο για να εκτιμήσει αυτό που έβλεπε. Αλλά ακόμα κι αν την υπερτιμούσα, πάντα ήμουν ο ιδανικός γαμπρός για όλες τις μανάδες με κόρες, η κυρία P. δεν θα ήταν η εξαίρεση, γιατί να μην είμαι λοιπόν κι ο ιδανικός εραστής των θυγατέρων τους, όταν αυτές ήταν μόνες.

Καθώς περνούσε ο καιρός, είχε έρθει στην Αμερική τέσσερις ή πέντε φορές στους δεκαπέντε μήνες που είμαστε μαζί με την Αϊόνι, η Doctor P., άρχισε να με κοιτάζει διαφορετικά: με μια γλυκύτητα, με συμπάθεια, ακόμα και με οίκτο. Μερικές φορές νόμιζα πως ήθελε να μου πει "Τι κρίμα που δεν γίνεται να μείνετε εσείς οι δυο μαζί." Άλλοτε την έπιανα να με κοιτάει σαν μητέρα που καμάρωνε το παιδί της καθώς μιλούσα, αγόρευα για την ακρίβεια, σε τρίτους, κι άλλοτε όταν είμαστε οι δυο μας, μόνοι μας με αντιμετώπιζε με υπερβολική αγάπη που δεν νοιαζόταν να κρύψει, ανάμεικτη με ενοχές, με θλίψη, με ένα "μακάρι να μπορούσα κάτι να κάνω" να πλανιέται στον αέρα... Ήταν μια στενοχώρια που αφορούσε μονάχα εμένα (την Αϊόνι την άφηνε έξω), κι ένοιωθα σχεδόν κολακευμένος από αυτό. Θα ΄λεγες πως γνώριζε ήδη από τότε για μια καταδικαστική απόφαση που εκκρεμούσε και με αφορούσε (μια απόφαση που τελικά βέβαια μονάχος μου υπέγραψα και εκτέλεσα ως ηλίθιος). Κάθε τόσο μου φαινόταν σαν να ήθελε να μου πει: "Ποτέ δεν θα 'θελα ένας από τους δικούς μου γιους να βρεθεί στη θέση σου." Ήταν αλήθεια, καταλάβαινα σωστά δηλαδή, ήταν ιδέα μου; Ποτέ δεν θα μάθω.

Σήμερα Πέμπτη και πάλι, και αύριο Παρασκευή. Παρασκευή βράδυ θα ξαναμπώ στο τρένο και θα πάω στο Παρίσι. Τώρα που έβαλα την Τ. πολλούς κύκλους μακριά από το κέντρο, στην περιφέρεια κι ακόμα μακρύτερα, στην εξορία, (περνούν και μέρες ολόκληρες πια χωρίς να την σκεφτώ), η Σβεά δεν αρκεί για να γεμίσει τη σκέψη μου. Είναι ένας μικρός άγγελος με υπέροχα μαλλιά, αλλά μονάχα αυτό. Ένα αθώο παιδί που δεν σου δημιουργεί το παραμικρό πρόβλημα, αλλά δεν έχει να σου δώσει τίποτα, όσο κι αν προσπαθεί.

Οι μνήμες της Αϊόνι πηγαινοέρχονται αυτές τις μέρες. Αναγκαστικά. Δεν θέλω να σκεφτώ πώς θα μοιάζει σήμερα: οι φυσικές ξανθές γερνούν πιο γρήγορα λένε οι γυναίκες και η Αϊόνι είχε ήδη ακρετές ρυτίδες όταν γνωριζόμαστε. Ίσως με την εμμηνόπαυση δεν είναι πια τόσο αθλητική και ευκίνητη όσο παλιά. Και φυσικά μια Αίόνι μακριά από τα πανεπιστήμια και την έρευνα, είναι εξωπραγματικό. Ασύλληπτο. Απομονώθηκε άκουσα, γιατί γαμώτο;, με τον Γάλλο πάρτνερ της (τον επιτήδειο που κατάφερε να αντικαταστήσει τον αλλοπρόσαλλο Άλαν), σε μια φάρμα κοντά στο Βαλάνς όπου περνάει τους περισσότερους μήνες του χρόνου, τόσο κοντά από το σπίτι της αδερφής μου αν το σκεφτείς, της αδερφής μου που δεν θέλει να ακούσει ακόμα και σήμερα το όνομά της. Όπου η Αίόνι γράφει και μαγειρεύει και μάλλον φυτεύει μυρωδικά και λαχανικά στην αυλή. Σϊγουρα κάνει ποδήλατο καθημερινά ή βγαίνει μεγάλους περιπάτους με τα πόδια σε χρωματιστά ουέλις, μάλλον έχει και σκύλο... Τουλάχιστον έναν.

Κοιτώ επίμονα το εισιτήριο για το TGV που έχει ξεμείνει πάνω στο γραφείο μου. Θα μπορούσα μια από αυτές τις μέρες, ένα από αυτά τα Σαββατοκύριακα να το πετάξω στο καλάθι και να πάω στην Βαλάνς για έκπληξη αλλά δεν τολμώ. Και δεν θα τολμήσω ποτέ. Έφυγα τότε χωρίς εξηγήσεις επειδή ήμουν νέος και έτρεμα την απόρριψη. Η Αίόνι το κατάλαβε διαφορετικά. Δεν επικοινωνήσαμε ξανά, ούτε μία λέξη. Στη συνέχεια η Αϊόνι άφησε τον άνδρα της για έναν Γάλλο που εμφανίστηκε από το πουθενά, νέο, γέρο, δεν έχω ιδέα. Αδιάφορο! Κάποιον όμως με τον οποίο συγκατοικεί για έξι ή εφτά χρόνια, τον φροντίζει, την φροντίζει, διαβάζουν συζητούν και γελούν μαζί. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος ούτε για το αν με θυμάται. Αν και στα σαράντα σου θυμάσαι γαμώτο. Τα πάντα.

Thursday, November 06, 2008

Πέμπτη πάλι...

Κι αύριο Παρασκευή. Πάνε κάποιες βδομάδες από τότε που άρχισα να φοβάμαι τα Σαββατοκύριακα.

Δεν χρειάζεται πολύ. Αν οι συνάδελφοι εδώ δουν την ίδια γυναίκα δεύτερη φορά, στην περίπτωση της Σβεά και τρίτη και τέταρτη, αρχίζουν να σε ρωτούν γι αυτήν, να σε ρωτούν για την επόμενη φορά που θα την δεις, ακόμα και να υπαινίσσονται πως σύντομα θα πρέπει να ανακοινώσεις κάτι πιο μόνιμο όπως συγκατοίκηση ή γάμο. Αυτό καταλαβαίνω από όλα τα υπονοούμενα: πως στην ηλικία μου καλύτερα να βιαστώ. Ο θρησκευόμενος Μ., η Ελοντί, ο Φριτς, ο Μπερνάρ φυσικά ως προξενητής, ακόμη και η Ζοέλ ή η Μαριάν ή οι άλλες κοπέλες του ισογείου μια στις δυο φορές που θα με δουν ρωτούν για την Σβεά. Μου προκαλεί έκπληξη πως την θυμούνται τόσο καλά. Ίσως να οφείλεται στα μαλλιά της, είναι πραγματικά τα πιο όμορφα και σέξι μαλλιά που έχω δει σε γυναίκα, κι έτσι όσο κι αν στα υπόλοιπα η Σβεά είναι μάλλον σκέτη και συνηθισμένη, με τέτοια μαλλιά είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη.

Παραδόξως οι αντιδράσεις της αδερφής μου για την Σβεά υπήρξαν μάλλον χλιαρές. Ούτε καν τα μαλλιά δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής. Θα της άρεσε ως άτομο, θεωρητικά πάντα γιατί η ίδια δεν μου είπε λέξη, αλλά σε μια πιο κλασική και αστική εκδοχή, αυτήν της Αν παραδείγματος χάριν της γυναίκας του Μπερνάρ. Η Σβεά, στην παρούσα εκδοχή, κάπως μοντερνίστικη με μια σταγόνα εναλλακτικού, την τρομάζει λίγο. Για να είμαι ακριβής, την ξενίζει.

Βλέπω τις εβδομάδες να περνούν, τα ταξίδια να μην σταματούν, τα δικά μου στο Παρίσι και της Σβεά εδώ, και προβληματίζομαι για τη συνέχεια. Πώς θα καταφέρω να πω όχι, αν κάποτε χρειαστεί να το πω, αν κάποτε απλώς βαρεθώ; Η Σβεά φέρνει τη δουλειά της στο κομπιούτερ της όποτε πρόκεται να μείνει μια μέρα παραπάνω, είναι διακριτική, δεν πιάνει καθόλου χώρο, δουλεύει συχνά έξω στα καφέ, δεν με ρωτάει πού πηγαίνω ή πότε θα επιστρέψω, καταλήγω πάντα σχεδόν να την αναζητώ εγώ αντί να την βρω να με περιμένει στο σπίτι. Πώς ξεφεύγεις όμως από μια τέτοια γυναίκα, με ποια δικαιολογία ακριβώς; Η δεν ξεφεύγεις ποτέ;

Πιθανόν φυσικά, από μια άλλη άποψη, αυτό ακριβώς να χρειάζομαι. Η Αϊόνι είχε επιχειρηματολογήσει κάποτε, πολύ εκνευρισμένη τότε αν και προσπαθούσε να το κρύψει, πως μια τέτοια σχέση μονάχα θα μπορούσα να συντηρήσω επειδή ποτέ δεν θα αποφάσιζα να επενδύσω χρόνο και συναίσθημα σε κάτι πιο σύνθετο. Τα υπόλοιπα, τα πιο σοβαρά, θα τα κάλυπταν πάντα η οικογένεια, οι φίλοι, οι συνεργάτες, οι συνάδελφοι στη δουλειά. Σβεά λοιπόν στο ρόλο της συζύγου; Και τι ακριβώς θα σήμαινε αυτό; Βαδίζω στα σαράντα πια, αν ζήσω άλλα τριανταπέντε ή σαράντα χρόνια, τότε σαράντα χρόνια Σβεά. Επειδή ένα Σάββατο πήγα στο γάμο ενός συναδέλφου στο Ανμάς κι ένα άλλο Σάββατο δεν τόλμησα να ακυρώσω ένα ταξίδι στο Παρίσι που είχα υποσχεθεί, έστω κι αν στα ρουθούνια μου κουβαλούσα ακόμα το άρωμα της Τ. Δύσκολο να αποφασίσω αν τελικώς είμαι δειλός ή απλώς ηλίθιος.

Saturday, October 25, 2008

Were all stars to disappear or die, I should learn to look at an empty sky...

Τον τελευταίο καιρό, από τότε που έφυγε ο Β., κάνω πάλι παρέα με τον Ρoλφ. Ήταν κατά κάποιον τρόπο ο πρώτος μου "φίλος" όταν έφτασα εδώ πέρσι το φθινόπωρο, αν και δύσκολο να σκεφτείς πως ο Ρολφ είναι φίλος οποιουδήποτε. Yφίσταται αποκλειστικώς σχεδόν προς τέρψιν του ευατού του, υπερβάλλοντας συνεχώς τις προσωπικές του ανάγκες, τα προβλήματα και τις μικροτραγωδίες του. Είναι έξυπνος και ευχάριστος όμως αν και συχνά άθελά του αγενής, όπως αρκετοί Γερμανοί. Η απουσία του Β., με τον οποίο κάνουμε και οι δύο παρέα όποτε βρίσκεται εδώ, (σπάνια όμως οι τρεις μας μαζί) μας έφερε αναγκαστικά κοντά, σχεδόν καθημερινά πλέον.

Το διαμέρισμα του Ρολφ είναι μεγάλο για ένα άτομο αλλά κάπως σκοτεινό και στενόχωρο. Δυο παράθυρα μόνον για 120 τετραγωνικά. Είναι από την άλλη μεριά στον πρώτο όροφο, πάνω σε έναν εμπορικό δρόμο με κίνηση, θόρυβο και φώτα από μαγαζιά και με όλη τη φασαρία και τις εικόνες να τρυπώνουν μέσα από τα παράθυρα ζωντανεύει κάπως. Ο Ρολφ δυσανασχετεί που οι χώροι μυρίζουν παλιό ξύλο, μούχλα και υγρή πέτρα παρά τα πρόσφατα μερεμέτια, εγώ αντιθέτως ηδονίζομαι με τέτοιες μυρωδιές. Είναι ειλικρινά ένας απ' τους λόγους για τους οποίους τον επισκέπτομαι τακτικά. Θα ήταν μάλλον εκκεντρικό όμως να το πω ανοιχτά.

Η κουζίνα ολοκαίνουργια, ολοκόκκινη και αστραφτερή, είναι αυτοτελής αν και πανταχού παρούσα, ξεκάρφωτη σαν γλυπτό, σαν τολμηρή εγκατάσταση μάλλον σε γκαλερί σύγχρονης τέχνης. Το υπόλοιπο σπίτι είναι ουσιαστικά άδειο. Αυτό ενισχύει ακόμα παραπάνω την ιδέα της γκαλερί. Δυο στρώματα, ένα γραφείο, μοντέρνα φωτιστικά, ηλεκτρονικά, βιβλία και χαρτούρα είναι τοποθετημένα, πεσμένα θα έλεγα, τυχαία, χωρίς καμιά προφανή λογική και σε σημαντική απόσταση το καθένα τους από όλα τα υπόλοιπα.

Δεδομένης της κατάστασης λοιπόν καθόμαστε στην κόκκινη κουζίνα τα βράδια, ελλείψει άλλου καθιστικού δηλαδή, και τα λέμε με αλλαντικά και με καπνιστά ψάρια και με ένα μπουκάλι κρασί (ένα ο καθένας, κόκκινο για μένα και άσπρο για τον Ρολφ). Και με καλό πολύσπορο ψωμί baked in Germany. Η μητέρα του Ρολφ πετιέται να τον επισκεφτεί τακτικά από την Γερμανία και σαν καλή Γερμανίδα δεν ξεχνάει να βάλει ένα δυο καρβέλια ψωμί στις αποσκευές της, επιμελώς και αεροστεγώς σφραγισμένα.

Ο Ρολφ είναι μεγαλύτερός μου κατά τέσσερα πέντε χρόνια. Μοιάζει βέβαια πιο νέος και πιο ελκυστικός: ατίθασα υγιή μαλλιά, μακρύτερα από τους υπόλοιπους άνδρες, που ο ήλιος της Τουρκίας τα ξάνθυνε το καλοκαίρι (η ημι-μόνιμή του είναι Τουρκάλα), περιποιημένα σπορ ρούχα αγγλοσαξονικής ραφής, προσεκτικά συνδυασμένα και ό,τι και να 'ναι εντυπωσιακά επάνω σε έναν άντρα δυο μέτρα. Τέλος, στη βασανιστικά μικρή κοινωνία της δήθεν διεθνούς οικονομικής μας μητρόπολης, φήμη ψημένου γυναικά (με βούλα ). Οι ερωτικές ιστορίες του Ρολφ ανακυκλώνονται με θέρμη στους διαδρόμους των γραφείων μας ή στα μπρασερί όπου συχνάζουν οι συνάδελφοι και δεν φαίνεται να κουράζουν κανέναν. Έτσι δεν μπορώ παρά να αφήνω "πλεονέκτημα" αν τύχει να διαφωνήσω άγρια όταν μιλάμε για γυναίκες, δεν επιμένω πολύ στις απόψεις μου δηλαδή και του χαρίζω από πάνω και την μπάλα, όταν εκείνος λόγου χάριν παρασύρεται σε απλουστεύσεις ή αμολάει βλακείες που δεν πρόλαβε να σκεφτεί. 'Αστον μωρέ να κάνει παιχνίδι και μην σκοτίζεσαι,' σκέφτομαι. 'Χειμώνας είναι, θα περάσει'.

Εκτός από τον Β., ο Ρολφ είναι ο μόνος άλλος φίλος με τον οποίο έχω συζητήσει για την Τ., από την αρχή όμως ήταν κάθετος. Χρόνια τώρα πολλά, με σπουδές και δουλειές στον άξονα Στουτγάρδη, Σεν Γκαλέν, Ζυρίχη, Λοζάνη ο Ρολφ γνωρίζει πράγματα κι ανθρώπους στην περιοχή καλύτερα από την παλάμη του. Την Τ. την είχαν ανακαλύψει νωρίς με τον Β. (έτσι μου λένε τώρα τουλάχιστον), πολύ πριν δηλαδή την ανακαλύψω εγώ. Τη σχέση της με τον βλάχο την είχαν περάσει από το μικροσκόπιο, αυτοί βλέπεις χάνουν ώρες κάθε μέρα στο facebook εντοπίζοντας θηράματα, και είχαν αποφασίζει πως δεν άξιζε τον κόπο κανείς από τους δυο τους να ασχοληθεί με μια εκ των προτέρων χαμένη περίπτωση. Αλλά τώρα, ...δεν ήταν μονάχα αυτό: λίγοι άνδρες σαν τον Ρολφ ή τον Β. θα θεωρούσαν την Τ. σημαντική προσθήκη στο ιστορικό της κρεβατοκάμαράς τους. Ούτε χειλαρού είναι ούτε βιζαρού ούτε βουτυράτη σαν τοπικό γαλακτομικό προϊόν. Μια πολύ συνηθισμένη Παριζιάνα, αν και μιλάει Γαλλικά με "ομοσπονδιακή προφορά" (και Γερμανοελβετικά με αθωότητα κοριτσιού του Δημοτικού.) Δεν θα την πρόσεχες ποτέ στο πλήθος μιας πόλης. Και όπως εξ άλλου ο Β. είχε ομολογήσει σε ανύποπτο χρόνο μια γυναίκα σαν την Τ. απαιτεί χρόνο που ο Β. τουλάχιστον ως παντρεμένος δεν θα τον έβρισκε ποτέ.

"Δεν είναι για σένα. Ποτέ δεν θα αφήσει τον Α., ούτε καν θα σκεφτεί να τον απατήσει περιστασιακά", μου είχε επισημάνει από την αρχή ο Ρολφ. "Αυτός την κρατάει σαν σκυλάκι σε λουρί πολυτελείας. Κι όσο περνάει ο καιρός το λουρί γίνεται πιο κοντό και πιο πολυτελές. Με σύστημα και πονηριά."

Όταν ο Ρολφ μου διηγήθηκε για πρώτη φορά την οικογενειακή ιστορία του Α., ευρέως γνωστή και συζητητημένη στα μέρη τους, για τον "επιχειρηματία", κατ' ευφημισμόν, πατέρα του από την Νις (πρίγκηπα της παραοικονομίας της Κοτ ντ'Αζύρ από όσο αντιλήφθηκα) και για την επαρχιώτισσα αλλά αρκούντως ματσωμένη μάνα του από το βουκολικόν Βαλέ είχα χάσει τη μιλιά μου. Οι λεπτομέρειες ήταν ασύλληπτες στο δικό μου σύμπαν και αντικειμενικά ανατριχιαστικές πιστεύω. Τη στιγμή που τις πρωτοάκουσα είχε μουδιάσει όλος μου ο θώρακας. Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Έκπληξη, θλίψη και φόβος γι αυτό που έβλεπα να συμβαίνει στην Τ. σήμερα ή σε λίγα χρόνια είχαν παραλύσει όλους μου τους μύες. Δεν με ξένισαν οι εξτρίμ ιστορίες ούτε κρίνω τους ανθρώπους απ' το σόι τους. Ο Α. είναι μαλάκας με περικεφαλαία, δεν χρειάζεται να το ψάξεις στο γενεαλογικό του δέντρο. Είχα παγώσει όμως καθώς άρχιζα μόλις να συνειδητοποιώ πως τα συμπλέγματα, οι ανασφάλειες και οι κουτοπονηριές του Α., που τα τροφοδοτούσαν αναμνήσεις οικογενειακών δραμάτων χρόνων, περνούσαν πάνω από την ανυποψίαστη Τ. αφήνοντας γρατσουνιές και σημάδια σε ό,τι πιο τέλειο και ντελικάτο μπορούσα να φανταστώ, σε ό,τι πιο πολύτιμο υπήρχε για μένα σε αυτή τη χώρα, ίσως στον κόσμο ολόκληρο. Αν η Τ. ήταν δίπλα μου τότε, θα την είχα απαγάγει και θα είχα κάνει τα πάντα για να την κρατήσω με τη βία μακριά από όσα έβλεπα πως την περίμεναν στο μέλλον κι ας μην είχα κανένα δικαίωμα, ας ήμουν για εκείνην ένας ανιαρός φαλακρός και μυωπικός μηχανικός που μετά βίας θυμόταν το όνομά του. Τότε δεν είχα αφήσει τον Ρολφ να διακρίνει ούτε τον πανικό μου ούτε τις φαντασιώσεις μου. Ο Ρολφ προσπαθούσε να με πείσει με διδακτικές ιστορίες να πηδήξω κάποιες από τις γραμματίτσες του ισογείου που με λιμπίζονται και να περάσω θεϊκά. Δεν θα καταλάβαινε ποτέ για ποιο λόγο είχα αναστατωθεί, δεν υποψιαζόταν πως είχε ξεκινήσει μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά στο δάσος που κουβαλάω στο κεφάλι μου και που μου πήρε τελικώς εβδομάδες να σβήσω.

Μου αρέσει πολύ το μπουτφά (το φέρνει η αδερφή μου πάντα από την Ρομανδία) και συνήθως δεν το μοιράζομαι δίκαια με τους συνδαιτυμόνες μου. Τσιμπούσα την τελευταία φέτα από την πιατέλα όταν αποφάσισα να βγάλω χύμα την οργή μου πάνω στο κόκκινο τραπέζι.

"Η Τ. μου ζητάει συστατικές επιστολές," ανακοίνωσα ξαφνικά.
"Δεν σκοπεύεις να την εκβιάσεις ελπίζω..." απάντησε ο Ρολφ με ένα λοξό βλέμμα. "Περάστε από την κρεβατοκάμαρά μου να τις συντάξουμε μαζί φρόιλαϊν."
"Όχι. Σκέφτομαι να της πω πως δεν μπορώ".
"Γιατί;" εξεπλάγη ο Ρολφ.
"Επειδή η Τ. είναι καλή ερευνήτρια με την αυστηρή έννοια του όρου αλλά δεν έχει την κρίση και την ανεξαρτησία πνεύματος για να γίνει καλή επιστήμων. Καμιά δουλίτσα σε εταιρεία ίσως. Αλλά δεν θα την συνιστούσα ποτέ για πανεπιστημιακό πόστο ούτε καν κατώτερο. Σήμερα είναι απλώς μια νοικοκυρά. Δεν γεννήθηκε νοικοκυρά, την έκανε νοικοκυρά ο Α. για να εξυπηρετήσει τις ανασφάλειές του."
"Είσαι υπερβολικά εκδικητικός," πέταξε πειραχτικά ο Ρολφ.
"Γέρασα και δεν έχω ανοχή στη βλακεία," απάντησα κοφτά. "Το κορίτσι αυτό διάλεξε τον πιο προβληματικό άντρα της Κεντρικής Ευρώπης, με το πιο προβληματικό οικογενειακό παρελθόν, που σαν βλάκας που είναι το φοράει σαν παράσημο και το περιφέρει με την Πόρσε του, για να του προσφέρει τα νιάτα της, τη ζωντάνια της την εξυπνάδα της, τη ζωή της σε τιμή ευκαιρίας. Τι θα αλλάξει και θα γίνει άνθρωπος; Πάντα ένα φοβισμένο ζώο θα μείνει, ένα σκυλάκι δεμένο σε ένα λουρί που συνεχώς θα κονταίνει."

"Ζηλεύεις! Είναι απίστευτο," αναφώνησε ο Ρολφ.

Είχα πάλι παρασυρθεί, που να με πάρει ο διάολος αλλά δεν ζήλευα. Ένιωθα απλά προσβεβλημένος, βαθειά και προσωπικά προσβεβλημένος από τη βλακεία των άλλων. Ο Ρολφ όμως δυστυχώς με έβλεπε εκείνη τη στιγμή μονάχα σαν έναν εκκεντρικό κι ευάλωτο μαλάκα, κάπως θηλυκό, έναν κοινό γκρινιάρη, ένα μυωπικό ρινόκερω κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένα θλιβερό ερωτευμένο παχύδερμο.

Δεν συνέχισα. Δεν ήθελα να του πω πως παρόλο που βλέπω ακόμα την Τ. επαγγελματικά κι ίσως μάλιστα μου δίνει κάπως περισσότερη σημασία από όσο πριν, δεν είναι εδώ και καιρό η μούσα που γέμιζε τη σκέψη μου. Η διαδικασία της απόρριψης έχει ολοκληρωθεί για μένα. Και έτσι δεν σκέφτομαι πια να φύγω, να αλλάξω δουλειά, να πάω πού εξ άλλου; Αγαπώ αυτήν την πόλη περισσότερο από τα μάτια της T., τα σβέλτα πόδια της, τα μπράτσα της και το μικρό της στήθος. περισσότερο από τη σοβαρή φωνή της, τα μαύρα της μαλλιά ή το μυστήριο που την περιβάλλει. Αν φύγω από εδώ θα μείνω αιωνίως ένας έκπτωτος άγγελος. Βάζοντας την Τ. στο περιθώριο της καθημερινότητάς μου, θα αισθάνομαι για αρκετό καιρό θριαμβευτής.

Μείναμε για λίγο αμίλητοι.

Όταν σηκώθηκα να φύγω ο Ρολφ με χτύπησε στην πλάτη: "Δεν ξέρεις, ίσως γίνει κάτι τελικά" μου είπε αδέξια. Απάντησα με ένα αόριστο αρνητικό νεύμα που μάλλον δεν κατάφερε να κρύψει την απογοήτευσή μου. "Pack up the moon and dismantle the sun..." απήγγειλα για να το συμπληρώσω. Ο Ρολφ δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε αμήχανα με ένα τρόπο που μονάχα οι Γερμανοί χαμογελούν.

Όταν βγήκα στο βραδινό κρύο είμαστε πια μόνοι μας. Η Ζυρίχη κι εγώ. Μετά από ένα χρόνο γνωριμίας αγαπιόμαστε πια τρελά.



^Μια τακτική (όπως η ίδια ισχυρίζεται) αναγνώστρια του μπλογκ αναρρωτιέται γιατί δεν γράφω πια όσο συχνά έγραφα το καλοκαίρι.

Αναζητείστε κάποιες απαντήσεις στον W.H. Auden αγαπητή φίλη και ξαναγράψτε μου αν έχετε απορίες.

Were all stars to disappear or die, I should learn to look at an empty sky...

Friday, September 19, 2008

Δύο μέρες και κάτι

Kölsch και περίπατοι στο Ρήνο. Δεν έτυχε να μείνουμε μόνοι περισσότερο από μία ώρα συνεχόμενα. Αλλά τις σύντομες αυτές συνευρέσεις τις αναζητήσαμε ανάμεσα στις προγραμματισμένες επαγγελματικές συναντήσεις και τις επιδιώξαμε. Κοινή συναινέσει, ήταν σαφές.

Χθες το βράδυ, με διαφορετικά τρένα, η Τ. επέστρεψε στην αγκαλιά του νευρωτικού βλάχου κι εγώ στα βινύλ του Γκουλντ και του Καπέλ.

Ντρέπομαι να ακυρώσω το Σαββατοκύριακο στο Παρίσι με την Σβεά, ντρέπομαι όμως και να πάω.